Σφράγιση, απογραφή και αποσφράγιση επί ακινήτων (ΑΡΘΡΑ 826-842ΚΠΟΛΔ)
Στα ασφαλιστικά μέτρα περιλαμβάνονται η σφράγιση, η αποσφράγιση και η απογραφή. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 737 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη σφράγιση, την αποσφράγιση και την απογραφή, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντας έννομο συμφέρον. Αποτελούν συνήθως διαδοχικά και συμπληρωματικά μέτρα στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας παροχής προσωρινής έννομης προστασίας, μπορούν, όμως, ως ασφαλιστικά μέτρα, να διαταχθούν και αυτοτελώς.
Τα ως άνω ασφαλιστικά μέτρα της σφραγίσεως, απογραφής και αποσφραγίσεως διατάσσονται ως ρυθμιστικά μέτρα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 826-842 ΚΠολΔ) είτε προς διασφάλιση του ίδιου του δικαιούχου των πραγμάτων είτε επειδή επιβάλλονται ρητά από το νόμο.
Όσον αφορά τη διαδικασία με την οποία διενεργούνται, εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 826-841 ΚΠολΔ7.
Η σφράγιση πραγμάτων
Έννοια της σφραγίσεως
Η σφράγιση, ως ασφαλιστικό μέτρο, έχει σκοπό να αποτρέψει τον επικείμενο κίνδυνο απόκρυψης, αφαίρεσης, φθοράς, απώλειας, αντικατάστασης ή αλλοίωσης των σφραγιστέων πραγμάτων, ώστε να εξασφαλιστεί η μελλοντική ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή με την επίσπευση αναγκαστικής (άμεσης ή έμμεσης) εκτέλεσης σε αυτά. Ο ως άνω κίνδυνος, στην αποτροπή του οποίου αυτή αποβλέπει, είναι ενδεχόμενος μόνο στα κινητά πράγματα. Τα ακίνητα μπορούν να σφραγισθούν μόνο όταν βρίσκονται εντός αυτών κινητά πράγματα, τα οποία και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της εκτέλεσης, και όχι όταν είναι κενά. Ως κινητά πράγματα θεωρούνται και τα παραρτήματα των ακινήτων που δεν συνδέονται στερεά με το έδαφος (όπως μηχανήματα, σκεύη, εργαλεία), τα οποία μπορούν να σφραγισθούν όταν υπάρχει κίνδυνος απόκρυψής τους.”
Η σφράγιση γίνεται με το κλείδωμα της πόρτας και των παραθύρων του ακινήτου (οικίας, διαμερίσματος, αποθήκης, καταστήματος, δωματίου) και την τοποθέτηση ταινιών, οι οποίες σφραγίζονται με βουλοκέρι, στο οποίο αποτυπώνεται η σφραγίδα της αρχής που διενεργεί τη σφράγιση. Όταν το ακίνητο είναι οικία (ή διαμέρισμα), που κατοικείται κατά το χρόνο που διενεργείται η σφράγιση, δεν μπορούν να σφραγιστούν τα υπνοδωμάτια που χρησιμοποιούν οι στεγαζόμενοι σε αυτό (άρθρ. 827 § 2 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή τα σφραγιστέα πράγματα τοποθετούνται μέσα σε ορισμένα δωμάτια, τα οποία και σφραγίζονται. Η σφράγιση δεν αποκλείεται ακόμα κι αν το ακίνητο δεν ανήκει στην κυριότητα του καθ’ ου το ασφαλιστικό μέτρο. Στην περίπτωση που έχει διαταχθεί η σφράγιση ακινήτου, επειδή πιθανολογείται ότι εντός αυτού βρίσκονται σφραγιστέα κινητά πράγματα του οφειλέτη, εάν κατά τη διενέργεια της σφράγισης διαπιστωθεί ότι το ακίνητο είναι κενό, αυτό σημειώνεται στην έκθεση σφραγίσεως (άρθρ. 830 § 5 ΚΠολΔ). Τα κλειδιά του ακινήτου που σφραγίζεται παραλαμβάνει αυτός που διενεργεί τη σφράγιση και τα παραδίδει με έγγραφη απόδειξη στη γραμματεία του δικαστηρίου που διέταξε τη σφράγιση, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 829 § 2 ΚΠολΔ11.
Προϋποθέσεις
Για να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της σφράγισης απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η πιθανολόγηση της ύπαρξης κινδύνου αφαίρεσης, αλλοίωσης, απόκρυψης ή φθοράς των κινητών πραγμάτων, που βρίσκονται εντός του ακινήτου που ζητείται η σφράγιση.
Διαδικασία
Η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει τη σφράγιση ορίζει το Δικαστικό Επιμελητή που θα την διενεργήσει, καθώς και το μεσεγγυούχο των σφραγισθέντων πραγμάτων (άρθρ. 829 § 1 ΚΠολΔ). Επίσης, μπορεί να διαταχθεί με αυτήν κάθε πρόσφορο μέτρο, που θα διευκολύνει την εκτέλεση της σφραγίσεως, όπως να γίνει κατά τη διάρκεια της νύκτας. Για τη σφράγιση συντάσσεται από το δικαστικό επιμελητή σχετική έκθεση, η οποία πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα οριζόμενα στο άρθρο 117 ΚΠολΔ, τον αριθμό της απόφασης με την οποία διατάσσεται, περιγραφή των χώρων στους οποίους τοποθετήθηκαν σφραγίδες, περιγραφή των εγγράφων που βρέθηκαν κατά το άρθρο 828 ΚΠολΔ και αναφορά των προσώπων στα οποία παραδόθηκαν, κάθε ισχυρισμό ή αμφισβήτηση εκείνων που παραβρέθηκαν κατά τη σφράγιση και κάθε τι που υπέπεσε στην αντίληψη εκείνου που έκανε τη σφράγιση, καθώς και βεβαίωση ότι αυτός που τη διενήργησε παρέλαβε τα κλειδιά, ότι έκανε την έρευνα που αναφέρεται στο άρθρο 829 § 3 ΚΠολΔ (για εύρεση διαθήκης ή άλλου σημαντικού εγγράφου) και το αποτέλεσμά της. Η παράλειψη ή η πλημμελής καταγραφή του αριθμού της απόφασης και της περιγραφής των χώρων που σφραγίστηκαν επιφέρει ακυρότητα της εκθέσεως χωρίς το στοιχείο της βλάβης, καθώς οι διατάξεις που απαγορεύουν την επίθεση σφραγίδων σε ακαθόριστα αντικείμενα ή χωρίς την έκδοση απόφασης είναι δημόσιας τάξης. Οποιαδήποτε παράλειψη ως προς την αναγραφή των λοιπών στοιχείων δεν επιφέρει ακυρότητα της έκθεσης, αλλά μόνο ευθύνη του δικαστικού επιμελητή που την συνέταξε.
Η απογραφή πραγμάτων
Έννοια της απογραφής
Απογραφή είναι η επίσημη καταγραφή των πραγμάτων ορισμένης ομάδας (π.χ. κληρονομιαία πράγματα, εταιρική περιουσία) με σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς την ύπαρξη και την κατάσταση τους, ώστε να αποτραπεί έτσι ο κίνδυνος αποκρύψεώς τους. Η απογραφή δύναται να περιλαμβάνει και ακίνητα. Η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της απογραφής, που διατάσσεται σε περίπτωση κινδύνου απόκρυψης ή αφαίρεσης πραγμάτων του φερόμενου ως οφειλέτη, μπορεί να ζητηθεί αυτοτελώς και ανεξάρτητα από το αν έχει προηγηθεί απόφαση για τη σφράγισή τους.
Διαδικασία
Η απόφαση του δικαστηρίου που διατάζει την απογραφή ορίζει το δικαστικό επιμελητή που θα την διενεργήσει, καθώς και το νόμιμο αναπληρωτή του σε περίπτωση που αυτός κωλύεται. Επίσης, διορίζει δύο πραγματογνώμονες για να εκτιμήσουν τα αντικείμενα τα οποία θα απογραφούν. Αν οι διάδικοι που είναι παρόντες στη συζήτηση υποδείξουν από κοινού δικαστικό επιμελητή και πραγματογνώμονες, το δικαστήριο ορίζει αυτούς που υποδείχθηκαν εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι να μην οριστούν αυτοί (άρθρ. 838 ΚΠολΔ). Ο δικαστικός επιμελητής ορίζει την ημέρα και ώρα που θα γίνει η απογραφή και καλεί εγγράφως ή προφορικώς τους διαδίκους που ήταν παρόντες κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διέταξε την απογραφή, καθώς και τους πραγματογνώμονες που έχουν οριστεί με την ίδια απόφαση, να παραστούν κατά την απογραφή. Κατά την ενέργεια της απογραφής μπορεί επίσης να παραστεί όποιος έχει έννομο συμφέρον. Οι διορισθέντες με την απόφαση πραγματογνώμονες δίνουν ενώπιον του δικαστικού επιμελητή τον όρκο που αναφέρεται στο άρθρο 385 § 1 ΚΠολΔ (άρθρ. 839 ΚΠολΔ)
Για την απογραφή συντάσσεται έκθεση, η οποία, εκτός των απαιτουμένων από το άρθρο 117 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρει α) την απόφαση με την οποία διατάσσεται η απογραφή, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων που ήταν παρόντες και βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι έδωσαν τον όρκο που αναφέρεται στο άρθρο 839 ΚΠολΔ. β) βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι κάλεσε τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 834 ΚΠολΔ και τον τρόπο με τον οποίο τα κάλεσε, δ) ακριβή περιγραφή των αντικειμένων και ακριβή εκτίμηση της αξίας τους από τους πραγματογνώμονες, κατά το χρόνο που συντάσσεται η απογραφή, ακριβή περιγραφή όλων των αξιογράφων και των μετρητών που βρέθηκαν, στ) ακριβή περιγραφή των εμπορικών ή οικιακών βιβλίων που βρέθηκαν, καθώς και όλων των εγγράφων που βρέθηκαν, όλα μονογεγραμμένα από τον δικαστικό επιμελητή και ζ) όταν η απογραφή γίνεται ύστερα από αποσφράγιση, τα πρόσωπα στα οποία παραδίδονται τα αντικείμενα ή βεβαίωση ότι τα αντικείμενα που αποσφραγίστηκαν επανασφραγίσθηκαν (840 ΚΠολΔ). Επίσης, αν και δεν αναφέρεται ρητά, είναι δεδομένο ότι πρέπει να αναφέρονται και οι αμφισβητήσεις που προέκυψαν κατά την απογραφή, καθώς και η προσωρινή επίλυση αυτών από τον δικαστικό επιμελητή.
Η αποσφράγιση πραγμάτων
Έννοια της αποσφραγίσεως.
Αποσφράγιση είναι η απομάκρυνση με επίσημο τρόπο των κρατικών σφραγίδων που έχουν τεθεί, αφού βεβαιωθεί προηγουμένως η κατάστασή τους. Αποτελεί παρεπόμενο μέτρα της σφράγισης και έχει τον ίδιο χαρακτήρα με αυτή. Με την αποσφράγιση ενός ακινήτου (π.χ. καταστήματος) τα εντός αυτού αποσφραγισθέντα κινητά πράγματα παραδίδονται στα πρόσωπα που έχουν οριστεί με τη δικαστική απόφαση που την διατάζει ή σε μεσεγγυούχο προς φύλαξη.
Προϋποθέσεις
Για να διαταχθεί η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της αποσφραγίσεως προϋποτίθεται ότι έχει ήδη εκτελεσθεί η απόφαση που διέταξε τη σφράγιση. Αποσφράγιση μπορεί να διαταχθεί όταν έπαυσε ή εξέλιπε η αιτία για την οποία διατάχθηκε η σφράγιση. Η αιτία θεωρείται ότι εξέλιπε στις ακόλουθες περιπτώσεις α) όταν ήρθη για οποιονδήποτε λόγο το ασφαλιστικό μέτρο της σφραγίσεως, β) εάν διατάχτηκε η εν συνεχεία διενέργεια απογραφής, γ) εάν διατάχτηκε η επιβολή οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού μέτρου, όπως π.χ. συντηρητικής κατάσχεσης των σφραγισθέντων πραγμάτων, δ) εάν εξοφλήθηκε η απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας πραγματοποιήθηκε η σφράγιση, αν με την αποσφράγιση θα αποτραπεί κίνδυνος ή για άλλο σπουδαίο λόγο (π.χ. πράγματα υποκείμενα σε φθορά, δυσοσμία, ανάγκη αποδόσεως των εντός σφραγισθέντος καταστήματος εργαλείων που ανήκουν σε τρίτους). Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η επανασφράγιση, οπότε τίθενται εκ νέου οι σφραγίδες και συντάσσεται σχετική έκθεση. Έννομο συμφέρον να ζητήσει την αποσφράγιση, ως ασφαλιστικό μέτρο, έχει οποιοσδήποτε δικαιούνταν να ζητήσει τη σφράγιση, αλλά και ο τρίτος του οποίου θίγονται τα δικαιώματα στα σφραγισθέντα πράγματα, δηλ. είτε στα σφραγισθέντα κινητά είτε στο σφραγισθέν ακίνητο εντός του οποίου αυτά βρίσκονται.
Η απόφαση που διατάζει την αποσφράγιση, σε περίπτωση που δεν πρόκειται να γίνει απογραφή, ορίζει τον δικαστικό επιμελητή που θα την ενεργήσει καθώς και τα πρόσωπα στα οποία πρέπει να παραδοθούν τα αντικείμενα, αφού γίνει η αποσφράγιση. Εάν η αποσφράγιση διατάσσεται για να γίνει απογραφή, διορίζεται δικαστικός επιμελητής και πραγματογνώμονες για να διενεργήσουν την απογραφή και το δικαστήριο μπορεί να επιφυλαχθεί να ορίσει τα πρόσωπα αυτά μετά την ενέργεια της απογραφής. Μπορεί, επίσης, να ορίσει και μεσεγγυούχο για να παραλάβει, μετά την αποσφράγιση και την απογραφή, και να φυλάει τα αντικείμενα μέχρι να αποφασιστεί σε ποιον πρέπει να παραδοθούν (άρθρ. 832-833 ΚΠολΔ). Όποιος διενεργεί την αποσφράγιση ορίζει ημέρα και ώρα που θα γίνει και καλεί εγγράφως ή προφορικώς να παραστούν στην αποσφράγιση όλοι οι διάδικοι που ήταν παρόντες στη συζήτηση για την αποσφράγιση ή οι πληρεξούσιοι που τους εκπροσώπησαν, οι πραγματογνώμονες και ο μεσεγγυούχος των αντικειμένων. Όταν γίνεται η αποσφράγιση μπορεί να παραστεί και οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Στον διενεργούντα την αποσφράγιση παραδίδονται τα κλειδιά των αντικειμένων που σφραγίσθηκαν με έγγραφη απόδειξη από τη γραμματεία του δικαστηρίου (άρθρ. 834 ΚΠολΔ). Αυτός εξετάζει κατ’ αρχήν την κατάσταση των σφραγίδων και στην περίπτωση που δεν βρεθούν άθικτες διακόπτει κάθε ενέργεια και υποβάλλει σχετική αναφορά στο δικαστήριο που την είχε διατάξει, καθώς η παραβίαση των σφραγίδων συνιστά ποινικό αδίκημα (παραβίαση σφραγίδων που έθεσε η αρχή άρθρ. 178 ΠΚ). Η αποσφράγιση διενεργείται βαθμιαία και όσο χρειάζεται μέχρι να ολοκληρωθεί η απογραφή. Εάν η απογραφή δεν μπορεί να τελειώσει την ίδια ημέρα, ο δικαστικός επιμελητής την διακόπτει, ορίζει την ώρα και την ημέρα που θα την συνεχίσει και σφραγίζει τα αντικείμενα των οποίων δεν τελείωσε η απογραφή. Μετά τη διενέργεια της απογραφής τα αντικείμενα που απογράφηκαν παραδίδονται σε αυτούς που ορίζει η απόφαση περί αποσφράγισης και, εάν υπήρξε επιφύλαξη να ορισθούν τα πρόσωπα αυτά στα οποία πρέπει να παραδοθούν, ο δικαστικός επιμελητής τα ξανασφραγίζει (άρθρ. 836 ΚΠολΔ).
Για την αποσφράγιση συντάσσεται έκθεση, η οποία, εκτός των απαιτουμένων από το άρθρο 117 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρει: α) την απόφαση του δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η αποσφράγιση, β) βεβαίωση όποιου ενεργεί την αποσφράγιση ότι κάλεσε τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 834 ΚΠολΔ και τον τρόπο με τον οποίο τα κάλεσε, γ) βεβαίωση όποιου ενεργεί την αποσφράγιση ότι οι σφραγίδες βρέθηκαν άθικτες, δ) κάθε αμφισβήτηση ή ισχυρισμό εκείνων που ήταν παρόντες στην αποσφράγιση και κάθε τι που υπέπεσε στην αντίληψη εκείνου που την ενεργεί και ε) τα πρόσωπα στα οποία παραδόθηκαν τα αντικείμενα (άρθρ. 837 ΚΠολΔ).
