ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΕ ΣΥΝΟΙΚΟ ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Π. ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ: ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΕ ΣΥΝΟΙΚΟ ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ. ΕΠΙΔΟΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ.

Ζητήματα εκ της εφαρμογής των άρθρων 117 επ., 122 επ. και 518 ΚΠολΔ. Το σύστημα των επιδόσεων και των προθεσμιών ως συγκοινωνούντα υποσυστήματα του δικαίου των ενδίκων μέσων

Παναγιώτης Η. Κολοτούρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ. Π. Θ.

Α. ιστορικό και ερωτήματα

1.Τέθηκε υπόψη μου το ακόλουθο ιστορικό: Η Ε. I. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από …/2018 αγωγή, απευθυνόμενη εναντίον έξι φυσικών και νομικών προσώπων, ζητώντας αφενός να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα της επί ενός ζωγραφικού πίνακα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον, άλλως διαιρετώς, το ποσόν των 480.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσαν με την ειδικότερα περιγραφόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Με την υπ’ αριθμ. …/2020 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ανέστειλε τη δίκη ως προς τους τρεις πρώτους εναγόμενους κατ’ εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ, ενώ ως προς τους υπόλοιπους τρεις απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Η πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στη διεύθυνση κατοικίας που αναγραφόταν στο αγωγικό δικόγραφο και στις έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας: (ί) στις 9.9.2020 με πρωτοβουλία του τέταρτου εναγόμενου νομικού προσώπου και (ϋ) στις 15.9.2020 με πρωτοβουλία του πέμπτου και έκτου νομικού προσώπου. Καθώς όμως η ενάγουσα, ήδη από τα μέσα του έτους 2019, είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο Λονδίνο, την επιδοθείσα απόφαση παρέλαβε και στις δύο περιπτώσεις η Η. Μ., υπήκοος Φιλιππινών, με περιορισμένη γνώση της ελληνικής γλώσσας, η οποία δεν διέμενε μόνιμα στην οικία της ενάγουσας αλλά την επισκεπτόταν περιστασιακά, έχοντας αναλάβει την καθαριότητα και τη φροντίδα της.

2.Προς επιστήριξη του ανωτέρω ιστορικού τέθηκαν υπόψη μου τα εξής διαδικαστικά και αποδεικτικά έγγραφα: [α] η από …/2018 αγωγή της Ε. I.· [β] η υπ’ αριθμ. …/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών· [γ] η από …/2020 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ..715.12.2020 έφεση της ενάγουσας κατά της ως άνω απόφασης- [δ] μία βεβαίωση του ΗΜ Land Registy, από την οποία προκύπτει ότι η ενάγουσα διατηρεί από κοινού με τον σύζυγό της ιδιόκτητο διαμέρισμα στο Λονδίνο- και [ε] δύο έγγραφα του βρετανικού υπουργείου εσωτερικών (Home Office), τα οποία αποδεικνύουν ότι η ενάγουσα απέκτησε την 1.8.2019 και διατηρεί μέχρι σήμερα το νομικό status προσώπου μόνιμα εγκατεστημένου στο Ηνωμένο Βασίλειο.

3.Με βάση τα δεδομένα αυτά μου ζητήθηκε να εξετάσω αν η από …/2020 έφεση της ενάγουσας που κατατέθηκε την 15.12.2020 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, απαντώντας ειδικότερα στα εξής δύο ερωτήματα: Πρώτον, αν είναι έγκυρες οι από 9.9.2020 και από 15.9.2020 επιδόσεις της πρωτόδικης απόφασης. Και, δεύτερον, εντός ποιας προθεσμίας θα έπρεπε να έχει ασκηθεί η έφεση της ενάγουσας, αν υποτεθεί ότι οι ως άνω επιδόσεις της πρωτόδικης απόφασης ήταν έγκυρες.

Β. Απαντήσεις

  1. Ερμηνευτικές αρχές διέττουσες το δίκαιο των επιδόσεων και των προθεσμιών

1.Το δίκαιο των επιδόσεων και των προθεσμιών συνιστούν δύο συγκοινωνούντα υποσυστήματα του ισχύοντος δικονομικού δικαίου, καθώς η έναρξη ορισμένης δικονομικής προθεσμίας συναρτάται συχνά προς τον χρόνο επίδοσης συγκεκριμένου διαδικαστικού εγγράφου. Από την άποψη αυτή δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός, ότι ο έλληνας νομοθέτης -ακολουθώντας το πρότυπο αλλοδαπών εννόμων τάξεων ενέταξε τις διατάξεις για τον τρόπο συντέλεσης της επίδοσης και τον υπολογισμό της διάρκειας των κάθε είδους προθεσμιών σε δύο διαδοχικά κεφάλαια του ΚΠολΔ. Πέραν όμως της  λειτουργικής αυτής συγγένειας, η οποία αποτυπώνεται στο λεγόμενο «εξωτερικό σύστημα του νόμου», το δίκαιο των επιδόσεων και εκείνο των προθεσμιών εμφανίζουν και μια τελολογική ομοιότητα που εξηγεί τον έντονα τεχνικό χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και επιβάλλει τη συστηματική τους ερμηνεία κάτω από κοινές κατ’ ουσίαν παραμέτρους και αρχές. Πράγματι η πολιτική δίκη, νοούμενη όχι μόνον ως έννομη σχέση („Prozessrechtsverhaltnis“) αλλά και ως διαδικασία („Verfahrenu), δηλαδή ως ακολουθία έννομων δικονομικών καταστάσεων („Rechtslagen“, ,Prozesslagen“), προκαλούμενων από τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων εκ μέρους των διαδίκων και του δικαστηρίου, έχει χαρακτήρα δυναμικό, καθώς παριστά μιαν εξελικτική πορεία, κατατείνουσα στην έκδοση τελειωτικής δικαστικής απόφασης. Αλλά η εξελικτική αυτή πορεία δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι αρρύθμιστη. Και τούτο αφενός μεν διότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των διαδίκων προς δικαστική προστασία επιτάσσει την έκδοση δικαστικής απόφασης εντός εύλογου χρόνου, αφετέρου δε επειδή η διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης προϋποθέτει ότι οι διάδικοι μπορούν να ενημερώνονται έγκαιρα και με ασφάλεια ως προς τις δικονομικές δυνατότητες αλλά και τα βάρη που οι ίδιοι φέρουν σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι οι επιδόσεις και οι προθεσμίες, τα δύο κυριότερα ίσως τεχνικά μέσα προώθησης της πολιτικής δίκης, υπηρετούν τον ίδιο κατά βάση σκοπό: Θωρακίζουν θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα των διαδίκων, διασφαλίζοντας „in abstracto” την ταχύτητα και συγχρόνως την προβλεψιμότητα της διαδικασίας.

  1. Ο κοινός αυτός σκοπός εξηγεί εντέλει την τυπικότητα αλλά και την ιδιαίτερη αυστηρότητα που χαρακτηρίζουν το δίκαιο των επιδόσεων και των προθεσμιών και αποστρέφονται την παρεμβολή εξατομικευμένων εκτιμήσεων επιείκειας. Έτσι, ενώ η άσκηση του δικαιώματος της έφεσης από τον ηττηθέντα εναγόμενο προϋποθέτει ότι αυτός έλαβε γνώση της έκδοσης και του περιεχομένου της πρωτόδικης απόφασης, για την έναρξη της γνήσιας προθεσμίας της έφεσης αρκεί και απαιτείται η προς αυτόν επίδοση της απόφασης του πρώτου βαθμού (ΚΠολΔ 518 παρ. 1). Ο νόμος εγκαταλείπει εν προκειμένω το ουσιαστικό αλλά και δυσαπόδεικτο κριτήριο της γνώσης χάριν του τυπικού αλλά εύκολα αποδείξιμου κριτηρίου της επίδοσης. Και τούτο διότι η κοινή πείρα διδάσκει ότι, εφόσον η επιδοθείσα δικαστική απόφαση έχει περιέλθει στον βιοτικό χώρο του προς ον η επίδοση, τότε αυτός είναι κατά κανόνα σε θέση να πληροφορηθεί το περιεχόμενό της και συνήθως το πράττει. Προκειμένου μάλιστα να ανταποκριθεί στο δικονομικό αίτημα για ασφάλεια του δικαίου, ο νόμος εξαρτά το κύρος της επίδοσης από τη συνδρομή τυπικών προϋποθέσεων, οι οποίες λειτουργούν ως αφηρημένες εγγυήσεις περί του ότι το επιδιδόμενο έγγραφο θα περιέλθει σε γνώση του αποδέκτη του7. Ακόμη δε και η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών κρίνεται εν πολλοίς επί τη βάσει τυπικών κριτήριων: Μολονότι κατά τον κανόνα του άρθρου 159 αρ. 3 ΚΠολΔ τυχόν πλημμέλειες της επίδοσης επάγονται ακυρότητα αυτής μόνον με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, εφόσον ο προς ον η επίδοση δεν παρίσταται στη συζήτηση ή χάνει την προθεσμία για τη διενέργεια ορισμένης διαδικαστικής πράξης, η ύπαρξη βλάβης τεκμαίρεται και δεν συναρτάται προς το ουσιαστικό κριτήριο της γνώσης. Τα χαρακτηριστικά της τυπικότητας και της αυστηρότητας είναι εξάλλου ευδιάκριτα σε όλες σχεδόν τις διατάξεις που θεσπίζουν δικονομικές προθεσμίες. Ως αφετηρία για τον υπολογισμό τόσο των προπαρασκευαστικών προθεσμιών όσο και των προθεσμιών ενέργειας λαμβάνεται πάντοτε ένα κατά το δυνατόν σταθερό και ευαπόδεικτο χρονικό σημείο, όπως η κατάθεση του αγωγικού δικογράφου (πρβλ. ΚΠολΔ 215 παρ. 2, 237 παρ. 1), η συζήτηση στο ακροατήριο (πρβλ. ΚΠολΔ 228), η δημοσίευση ή η επίδοση μιας δικαστικής απόφασης (πρβλ. ΚΠολΔ 518 παρ. 1 και 2) κ.λπ. Αλλά και η διάρκεια των δικονομικών προθεσμιών δεν διαφοροποιείται ανάλογα με τις ιδιομορφίες (λ.χ. τον βαθμό δυσχέρειας) της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς, αλλά προσδιορίζεται συνήθως από τον νομοθέτη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, με βάση τα τυπικά χαρακτηριστικά που εμφανίζει μια συγκεκριμένη κατηγορία υποθέσεων ή μια συγκεκριμένη κατηγορία διαδίκων. Το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει για παράδειγμα ότι η έφεση ασκείται καταρχήν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, επειδή ο νομοθέτης θεωρεί ότι κατά κανόνα το χρονικό αυτό διάστημα είναι επαρκές, προκειμένου οι διάδικοι να αποφασίσουν με νηφαλιότητα, αν θα δώσουν συνέχεια στην αντιδικία τους. Και τούτη η λύση, στο μέτρο που ανταποκρίνεται στο συνήθως συμβαίνον, μπορεί να θεωρείται σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ. και οφείλει να γίνεται σεβαστή από τον δικαστή. Το συνήθως συμβαίνον αναδεικνύεται λοιπόν ως το αποφασιστικό εκείνο ερμηνευτικό κριτήριο, το οποίο ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να αξιοποιεί κάθε φορά που καλείται να ερμηνεύσει διατάξεις, οι οποίες τάσσουν δικονομικές προθεσμίες ή ρυθμίζουν ζητήματα επιδόσεων. Και μόνον σε εξαιρετικές [«α-τυπικές»] περιπτώσεις, οι οποίες αποκλίνουν από το συνήθως συμβαίνον, μπορούν να επιστρατεύονται θεσμοί, όπως η ανακοπή ερημοδικίας και η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, οι οποίοι αμβλύνουν τη νομοθετική αυστηρότητα και επιτρέπουν στον δικαστή να οδηγείται σε επιεικείς λύσεις.

II.Επί του πρώτου ερωτήματος

1.Αποκλίνοντας από τον κανόνα του άρθρου 127 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον η επίδοση συντελείται αμέσως με την υλική εγχείριση του επιδιδόμενου εγγράφου στον αποδέκτη του, το άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκειμένου να απλουστεύσει τη διαδικασία και να προστατεύσει το συμφέρον του επισπεύδοντας την επίδοση προσώπου, προβλέπει τη δυνατότητα έμμεσης επίδοσης, ορίζοντας ότι: «Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του». Ο όρος «κατοικία» στην προκειμένη διάταξη δεν χρησιμοποιείται με την έννοια που του αποδίδουν τα άρθρα 51 ΑΚ και 22 ΚΠολΔ, αλλά δηλώνει την οικία ή το διαμέρισμα, στο οποίο ο αποδέκτης του επιδιδόμενου εγγράφου διημερεύει η διανυκτερεύει σε τακτική βάση (πρβλ. ΚΠολΔ 128 παρ. 2). Ενώ λοιπόν κατά το άρθρο 51 εδ. β’ ΑΚ ένα πρόσωπο δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες, η ύπαρξη πλειόνων κατοικιών είναι σύμφωνη όχι μόνον με το γράμμα αλλά και με το πνεύμα του άρθρου 128 ΚΠολΔ. Πράγματι ο λόγος, για τον οποίο η κατοικία προσφέρεται ως τόπος έμμεσης επίδοσης έγκειται στη σκέψη, ότι στον τόπο αυτό ευρίσκεται όχι κατ’ ανάγκη το μοναδικό αλλά πάντως ένα βασικό σημείο αναφοράς των βιοτικών σχέσεων του αποδέκτη της επίδοσης. Για αυτό και η επίδοση, η οποία συντελείται στον τόπο της κατοικίας, επιτρέπει κατά κανόνα την έγκαιρη ενημέρωση του αποδέκτη.

2.Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 120 ΚΠολΔ, η επίδοση οριστικής απόφασης στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ είναι έγκυρη, ακόμη και αν ο δέκτης της επίδοσης δεν έχει ή δεν έχει πια την κατοικία του στη διεύθυνση αυτή. Η εν λόγω διάταξη, εισάγουσα νομικό πλάσμα με σκοπό την πάταξη της στρεψοδικίας, μπορούσε κατά την παλαιότερη νομολογία να τύχει εφαρμογής ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες η πραγματική κατοικία του αποδέκτη ήταν γνωστή στον επισπεύδοντα την επίδοση. Η νομολογιακή αυτή εκδοχή, η οποία όχι άδικα επικρίθηκε ως ασυμβίβαστη με τις σύγχρονες δικαιοκρακτικές αντιλήψεις, φαίνεται πάντως να έχει εγκαταλειφθεί από τη νεότερη νομολογία και συνεπώς η σχετική προβληματική δεν είναι απαραίτητο να μας απασχολήσει εγγύτερα εδώ. Στο σημείο αυτό αρκεί να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την κρατούσα διδασκαλία, το δικαιικό πλάσμα αποτελεί ένα ιδιότυπο νομοτεχνικό μέσο «καλυπτόμενης παραπομπής» („verdeckte Verweisung”), συνιστάμενο κατά κανόνα στην κανονιστική εξομοίωση δύο ανόμοιων νομοτυπικών μορφών, και δη: της λεγάμενης «βάσης του πλάσματος» („Fiktionsbasisu), δηλαδή της νομοτυπικής μορφής του περιέχοντας το πλάσμα κανόνος δικαίου, και μιας άλλης, ενσυνειδήτως ανόμοιας νομοτυπικής μορφής, της καλούμενης και «πρότυπης νομοτυπικήςμορφής» („fingierter Tatbestand“), προκειμένου να ισχύσουν ως προς τη βάση του πλάσματος οι έννομες συνέπειες που συνδέονται με την πρότυπη νομοτυπική μορφή. Εξομοιώνοντας λοιπόν τη δηλωθείσα διεύθυνση προς τη διεύθυνση μιας υφιστάμενης κατοικίας, το άρθρο 119 ΚΠολΔ παραπέμπει κατ’ ουσίαν τον εφαρμοστή του δικαίου στις διατάξεις του άρθρου 128 ΚΠολΔ, προκειμένου να διανοίξει τη δυνατότητα έμμεσης επίδοσης. Όπως όμως είναι γνωστό, το εύρος κάθε νομοθετικής παραπομπής -ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι ευθεία ή συγκαλυμμένη, όπως στην περίπτωση των δικαιικών πλασμάτων- αποτελεί πάντοτε ζήτημα ερμηνείας του παραπεμπτικού κανόνα. Και όπως συνάγεται ήδη από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 120 ΚΠολΔ, το πλάσμα που καθιερώνει εδώ ο νόμος αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον στην προϋπόθεση της κατοικίας και συνεπώς δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει και τις λοιπές προϋποθέσεις, από τις οποίες εξαρτά το άρθρο 128 ΚΠολΔ το κύρος της έμμεσης επίδοσης.

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί εξάλλου και ο σκοπός του νόμου: Η υποχρέωση των διαδίκων να δηλώνουν την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους κατά το άρθρο Τ19 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και οι δυσμενείς συνέπειες που επάγεται η παράλειψη κάποιου διαδίκου να ανταποκριθεί στην υποχρέωση αυτή, σκοπό έχουν να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη συντέλεση της επίδοσης, όχι όμως και να απαλλάξουν τον επισπεύδοντα ή τα όργανα της επίδοσης από την τήρηση όλων εκείνων των διατυπώσεων, οι οποίες θα έπρεπε να τηρηθούν, αν η διεύθυνση κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης ήταν εξαρχής γνωστή. Έτσι, κανείς μάλλον δεν θα αμφισβητούσε ότι, για να διενεργηθεί εγκύρως έμμεση επίδοση στη δηλωθείσα κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ διεύθυνση, απαιτείται σε κάθε περίπτωση – ακόμη δηλαδή και αν η διεύθυνση αυτή ήταν εξαρχής ανακριβής ή έπαυσε μεταγενέστερα να ισχύει- η χορήγηση σχετικής παραγγελίας (εντολής) από τον επισπεύδοντα προς το όργανο της επίδοσης (ΚΠολΔ 123). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο γίνεται δεκτό ότι η αρχική ή επιγενόμενη ανακρίβεια της δηλωθείσας διεύθυνσης δεν αίρει την υποχρέωση του οργάνου της επίδοσης να τηρεί πιστά τις διατυπώσεις του άρθρου 128 ΚΠολΔ.

Αν λοιπόν το όργανο της επίδοσης μεταβεί στη διεύθυνση κατοικίας που δηλώθηκε κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ και διαπιστώσει ότι ο παραλήπτης δεν βρίσκεται εκεί, οφείλει να εγχειρίσει το έγγραφο σε «ενήλικο σύνοικο» του παραλήπτη, βεβαιώνοντας μάλιστα στην έκθεση της επίδοσης που θα συντάξει ότι το πρόσωπο, το οποίο παρέλαβε το έγγραφο, εκτός από την ιδιότητα του συνοίκου, είχε και συνείδηση των πράξεών του. Εάν δε τελικώς η εξεύρεση τέτοιου προσώπου αποδειχθεί αδύνατη, ως μόνος νόμιμος τρόπος για τη συντέλεση της επίδοσης απομένει η θυροκόλληση του επιδοτέου εγγράφου σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι η εγχείριση του  επιδοτέου εγγράφου σε πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του συνοίκου έχει ως συνέπεια την ακυρότητα ή κατ’ άλλη αυστηρότερη γνώμη το ανυπόστατο της έμμεσης επίδοσης.

3.Κατόπιν των ανωτέρω οδηγούμαι στο συμπέρασμα, ότι η επίδοση της υπ’ αριθμ. …/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη διεύθυνση που η ενάγουσα είχε δηλώσει με το αγωγικό δικόγραφο και τις έγγραφες προτάσεις της, είναι άκυρη. Είναι αλήθεια ότι η Η. Μ., η οποία και παρέλαβε την απόφαση, θα μπορούσε να ενταχθεί στον κύκλο των προσώπων, τα οποία το άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ -μέχρι την τροποποίησή του με τον ν. 4335/2015- προσδιόριζε αδόκιμα ως «υπηρέτες».

Εντούτοις, ακόμη και υπό την αρχική διατύπωση της διάταξης ήταν αδιαμφισβήτητο ότι για το κύρος της επίδοσης δεν αρκεί ο παραλήπτης να έχει απλώς την ιδιότητα του υπηρέτη αλλά πρέπει επιπλέον να είναι και σύνοικος, δηλαδή να διαμένει στην κατοικία του αποδέκτη του επιδιδόμενου εγγράφου. Και τούτο διότι μόνον το τυπικό αλλά πάντως ευχερώς διαπιστώσιμο στοιχείο της «συνοίκησης» ενδεικνύει, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, ότι ο παραλήπτης του εγγράφου συνδέεται τόσο στενά με τον αποδέκτη της επίδοσης, ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να αναμένεται με ασφάλεια ότι το έγγραφο θα περιέλθει στον αποδέκτη του μέσα σε σύντομο χρόνο. Εύλογα επομένως γίνεται δεκτό ότι η επίδοση δεν είναι νόμιμη, αν το όργανο της επίδοσης παραλείψει να βεβαιώσει στην έκθεσή του ότι επέδωσε σε σύνοικο.

Ακόμη όμως και αν η έκθεση της επίδοσης διαλαμβάνει σχετική βεβαίωση, το κύρος της επίδοσης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Διότι ως δημόσιο έγγραφο η έκθεση της επίδοσης αποδεικνύει μεν πλήρως τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της, πλην όμως ως προς τα ζητήματα αυτά χωρεί απόδειξη του αντιθέτου ακόμη και με μάρτυρες ή με δικαστικά τεκμήρια (ΚΠολΔ 440). Αν λοιπόν η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα επιτύχει να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται -ή κατά την ορθότερη γνώμη: πιθανολογείται (arg. από το άρθρ. 121 εδ. γ’ ΚΠολΔ)- ότι η ίδια δεν διέμενε στη δηλωθείσα κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ διεύθυνση, το εφετείο θα πρέπει, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν, να κηρύξει άκυρες τις από 9.9.2020 και 15.9.2020 επιδόσεις, θεωρώντας δεδομένη τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (ΚΠολΔ 159 αρ. 3), αφού διαφορετικά η έφεση της ενάγουσας θα κινδύνευε να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη.

4.Αλλά οι επίμαχες έμμεσες επιδόσεις πάσχουν ακυρότητα και για έναν πρόσθετο λόγο. Κατά το άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ ο σύνοικος που παραλαμβάνει το επιδιδόμενο έγγραφο πρέπει να έχει «συνείδηση των πράξεων του», διότι μόνον τότε μπορεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να αναμένεται η έγκαιρη ενημέρωση του προς ον η επίδοση. Εξάλλου, είναι μάλλον αδιαμφισβήτητο ότι, κάνοντας λόγο για «συνείδηση των πράξεων», ο νόμος δεν αναφέρεται στην προϋπόθεση της δικαιοπρακτικής ικανότητας. Διότι αφενός η παραλαβή του επιδιδόμενου εγγράφου από σύνοικο δεν συνιστά δικαιοπραξία αλλά υλική πράξη και αφετέρου επειδή «συνείδηση των πραττομένων», κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, μπορεί να έχει και πρόσωπο στερούμενο (πλήρους) δικαιοπρακτικής ικανότητας.

Πράγματι, μέχρι την τροποποίηση του άρθρου 120 παρ. 1 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3994/2011, οπότε και ορίστηκε ρητά ότι έμμεση επίδοση μπορεί να γίνει μόνον σε «ενήλικο σύνοικο», γινόταν δεκτό ότι είναι νόμιμη η επίδοση σε ανήλικα πρόσωπα, εφόσον με βάση την ηλικία και την ωριμότητά τους μπορούσε να προσδοκάται ότι θα προωθήσουν το επιδιδόμενο έγγραφο στον αποδέκτη του. Επομένως, η «συνείδηση των πράξεων», την ύπαρξη της οποίας οφείλει να διαπιστώσει το όργανο της επίδοσης και να βεβαιώσει στην έκθεσή του (πρβλ. και πάλι ΚΠολΔ 440), έγκειται βασικά στην ικανότητα του συνοίκου να αντιλαμβάνεται τη σημασία του επιδιδόμενου εγγράφου και τη σπουδαιότητα της έγκαιρης προώθησής του στον αποδέκτη της επίδοσης. Όπως όμως επισημαίνεται, η ικανότητα αυτή είναι δυνατόν να ελλείπει, όταν ο ενήλικος σύνοικος που παραλαμβάνει το επιδιδόμενο έγγραφο δεν έχει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας. Την ορθότητα της θέσης αυτής επιβεβαιώνει άλλωστε ο ίδιος ο νόμος, όταν απαιτεί την ανάγνωση της επιδοτήριας έκθεσης στα συμπράττοντα πρόσωπα, προτού αυτά βεβαιώσουν το περιεχόμενό της με την υπογραφή τους (άρθρ. 139 παρ. 1 σε συνδ. με 117 παρ. 1 στοιχ. γ’ ΚΠολΔ). Η απαίτηση αυτή μαρτυρεί ότι, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, ο παραλήπτης του επιδιδόμενου εγγράφου δεν επιτρέπεται να θέτει «εν λευκώ» την υπογραφή του στην έκθεση επίδοσης, αλλά μόνον αφότου λάβει γνώση του περιεχομένου της. Το γεγονός μάλιστα ότι ο νόμος αξιώνει ρητά την ανάγνωση της έκθεσης, δικαιολογείται -ως ένα τουλάχιστον βαθμό- και από τη σκέψη, ότι κατά τον χρόνο θέσπισης του ΚΠολΔ τα ποσοστά του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα ήταν υψηλά.

Εκ τούτων έπεται ότι ο ενήλικος σύνοικος, ο οποίος παραλαμβάνει το επιδιδόμενο έγγραφο κατά το άρθρο 128 παρ. 1, έχει συνείδηση των πράξεών του, όταν γνωρίζει τόσο καλά την ελληνική γλώσσα, ώστε να είναι σε θέση, αν όχι να διαβάσει, τουλάχιστον να κατανοήσει το περιεχόμενο της επιδοτήριας έκθεσης. Όταν αντίθετα αυτός δεν έχει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, υπάρχει αδυναμία υπογραφής κατά την έννοια του άρθρου 139 παρ. 2 ΚΠολΔ και συνεπώς η έκθεση της επίδοσης θα πρέπει να υπογράφει από ενήλικο μάρτυρα, ο οποίος προσλαμβάνεται για τον σκοπό αυτό από το όργανο που ενεργεί την επίδοση. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι -σύμφωνα με το ιστορικό που τέθηκε υπόψη μου- η Η. Μ. παρέλαβε την επιδοθείσα απόφαση και υπέγραψε την επιδοτήρια έκθεση, παρότι γνώριζε ελάχιστα ελληνικά και άρα δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, το εφετείο θα πρέπει, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν, να κηρύξει άκυρη την επίμαχη επίδοση και να θεωρήσει εμπρόθεσμη την από 11.12.2020 έφεση της ενάγουσας.

III. Επί του δεύτερου ερωτήματος

1.Απομένει να εξετασθεί το ζήτημα, αν η έφεση της ενάγουσας θα μπορούσε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη και στην υποθετική περίπτωση, κατά την οποία οι από 9.9.2020 και 15.9.2020 επιδόσεις της πρωτόδικης απόφασης θεωρούνταν νόμιμες.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απαραίτητο να διευκρινισθεί καταρχάς το είδος της ομοδικίας που ιδρύθηκε ανάμεσα στους έξι συνολικά εναγόμενους, κατά των οποίων η ενάγουσα απηύθυνε την από 12.2.2018 αγωγή της. Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, το οποίο τέθηκε υπόψη μου, προκύπτει ότι με την αγωγή της η ενάγουσα ζητούσε αφενός μεν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά της επί ορισμένου ζωγραφικού πίνακα, αφετέρου δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Με βάση τις λύσεις που υιοθετεί η νομολογία του Αρείου Πάγου θα πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι μεταξύ των εναγόμενων ιδρύθηκε δεσμός απλής ομοδικίας. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει μάλιστα ανεξάρτητα από το αν εφαρμοστέο εν προκειμένω θεωρηθεί το ελληνικό, το γαλλικό ή το ιταλικό δίκαιο, διότι και στις τρεις αυτές έννομες τάξεις η κυριότητα διαμορφώνεται ως διαιρετό δικαίωμα. Την εκδοχή της απλής ομοδικίας υιοθέτησε άλλωστε εμμέσως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο ανέστειλε τη δίκη ως προς τους τρεις πρώτους εναγόμενους, ενώ ως προς τους λοιπούς απέρριψε την αγωγή. Είναι φανερό ότι μια τέτοια διάσπαση της ενότητας της διαδικασίας, η οποία επί απλής ομοδικίας θεωρείται επιτρεπτή από την κρατούσα στη 1803 θεωρία και νομολογία γνώμη, θα ήταν αδιανόητη, αν οι εναγόμενοι ήταν αναγκαίοι ομόδικοι. Η διαπίστωση, ότι στην υπό κρίση διαφορά οι εναγόμενοι συνδέονταν με τον δεσμό της απλής ομοδικίας, οδηγεί με τη σειρά της στο συμπέρασμα, ότι η υπ’ αριθμ. …/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αν και μη οριστική ως προς τους τρεις πρώτους εναγόμενους, περατώνει τη δίκη και είναι αυτοτελώς εκκλητή ως προς τους υπόλοιπους τρεις37. Από την αρχή εξάλλου της υποκειμενικής ενέργειας των διαδικαστικών πράξεων των απλών ομοδίκων (ΚΠολΔ 75 παρ. 1) συνάγεται ότι η από 9.9.2020 επίδοση της οριστικής απόφασης που επισπεύσθηκε με πρωτοβουλία του τέταρτου εναγόμενου νομικού προσώπου έθεσε σε κίνηση τη γνήσια προθεσμία της έφεσης μόνον γι’ αυτό, ενώ ως προς το πέμπτο και έκτο εναγόμενο πρόσωπο η ίδια προθεσμία άρχισε να τρέχει από την μεταγενέστερη επίδοση της 15.9.2020.

2.Κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ ο εκκαλών μπορεί να ασκήσει έφεση εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή, οπότε του παρέχεται προθεσμία εξήντα ημερών. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι η διάταξη αυτή συναρτά τη γνήσια προθεσμία της έφεσης προς δύο διακριτά νομικά γεγονότα, την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης αφενός και τη διαμονή του εκκαλούντος αφετέρου: Ενώ η αφετηρία της εν λόγω προθεσμίας τοποθετείται στο χρονικό σημείο της επίδοσης, η διάρκειά της -αντίθετα από ό,τι ίσως θα ανέμενε κανείς- δεν προσδιορίζεται με βάση τον τόπο της επίδοσης αλλά με βάση τον τόπο, στον οποίο διέμενε ο εκκαλών, όταν αυτή (ενν. η επίδοση) έλαβε χώρα. Για αυτό και η προκειμένη ρύθμιση σκόπιμο είναι να αναγιγνώσκεται σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΚΠολΔ που αναφέρονται στον τόπο της επίδοσης.

Όπως είναι γνωστό, ο συνήθης τόπος της άμεσης ή έμμεσης επίδοσης ενός εγγράφου, στον οποίο απέβλεψε προφανώς και ο νομοθέτης (arg. από τα άρθρα 124 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και 128 παρ. 1), είναι η κατοικία, δηλαδή το σπίτι ή το διαμέρισμα που ο αποδέκτης χρησιμοποιεί για διημέρευση και διανυκτέρευση σε τακτική βάση (ΚΠολΔ 128 παρ. 2). Εκ τούτου έπεται ότι ο τόπος της επίδοσης θα συμπίπτει κατά κανόνα με τον τόπο, στον οποίο ο αποδέκτης του επιδιδόμενου εγγράφου έχει τη διαμονή του. Οι δύο αυτοί τόποι είναι όμως δυνατόν να διαφέρουν, όπως λ.χ. όταν η επίδοση γίνεται σε μία από τις περισσότερες κατοικίες που διατηρεί συγχρόνως ο προς ον η επίδοση ή στην «πλασματική κατοικία» του άρθρου 120 ΚΠολΔ ή στον τυχόν ορισθέντα αντίκλητο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι ανάμεσα στον τόπο της επίδοσης και τον τόπο διαμονής του προς ον η επίδοση προσώπου μπορεί να υπάρχει διάσταση, το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ αναγορεύει τη διαμονή του εκκαλούντος σε αποκλειστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της διάρκειας της προθεσμίας της έφεσης. Ερμηνεύοντας μάλιστα τη διάταξη αυτή η εφετειακή νομολογία δέχεται σταθερά εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες ότι η μακρότερη (εξηκονθήμερη) προθεσμία του εδ. β’ δεν ισχύει μόνον, όταν η πρωτόδικη απόφαση επιδίδεται στην αλλοδαπή αλλά και όταν η επίδοση συντελείται στην ημεδαπή, ο εκκαλών όμως δεν διαμένει κατά τον χρόνο της επίδοσης στην Ελλάδα.

Την ερμηνευτική αυτή εκδοχή επικύρωσε πρόσφατα και ο Άρειος Πάγος, ο οποίος με την υπ’ αριθμ. 1072/2017 απόφασή του δέχθηκε επί λέξει τα εξής: «…Κριτήριο προσδιορισμού της κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης είναι ο τόπος διαμονής του εκκαλούντος κατά την ημέρα επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, αφού από αυτόν και από την εγγύτητά του προς τον τόπο ενέργειας εξαρτάται το εύλογο του χρόνου που απαιτείται για την άσκηση της έφεσης. Η κατοικία του ιδίου κατά την ίδια χρονική στιγμή είναι αδιάφορη. Ως διαμονή, όμως, για τον καθορισμό της προθεσμίας αυτής, δεν πρέπει να θεωρηθεί η εντελώς πρόσκαιρη ή ευκαιριακή, αλλά αυτή που εμφανίζει κάποια διάρκεια ή σταθερότητα. Και στην περίπτωση που ο εκκαλών έχει κατοικία, δηλαδή τόπο κύριας και μόνιμης εγκατάστασης (ΑΚ 51) στην ημεδαπή, αλλά παράλληλα  ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στην αλλοδαπή με συνέπεια να διαμένει κατά διαστήματα και εκεί, αποβαίνει σημαντικό το να καθορισθεί κατά πόσο η διαμονή αυτή, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό λόγο επιμήκυνσης της προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή προβάλλεται προσχηματικώς για να δικαιολογήσει την αναποφασιστικότητα ή την ολιγωρία του εκκαλούντος ή του δικαστικού πληρεξουσίου αυτού… ».

3.Οι νομολογιακές αυτές λύσεις ανταποκρίνονται τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ και εύλογα συνάντησαν τη σύμφωνη γνώμη της θεωρίας. Είναι ευνόητο ότι ο λόγος, για τον οποίο η προκειμένη διάταξη παρεκτείνει την προθεσμία της έφεσης, έγκειται στη σκέψη ότι οι διαμένοντες στην αλλοδαπή, ακριβώς λόγω της απόστασης που τους χωρίζει από την Ελλάδα και της δυσκολίας που αυτή συνεπάγεται στην εξεύρεση πληρεξούσιου δικηγόρου, έχουν συνήθως ανάγκη από περισσότερο χρόνο διάσκεψης, προτού εκκαλέσουν μια δυσμενή για τους ίδιους απόφαση. Ο δικαιολογητικός αυτός λόγος δεν ισχύει όμως μόνον, όταν η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης έλαβε χώρα στην αλλοδαπή, αλλά ισχύει επίσης -και μάλιστα „a fortiori’1– όταν η επίδοση συντελέστηκε κατά το άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ σε κατοικία, την οποία ο διαμένων στην αλλοδαπή διάδικος διατηρεί στην Ελλάδα ή έχει απλώς δηλώσει κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ. Πράγματι, η κατοικία προσφέρεται ως τόπος «έμμεσης» επίδοσης, διότι αποτελεί, όπως ειπώθηκε, ένα κεντρικό σημείο αναφοράς των βιοτικών σχέσεων του προσώπου, γεγονός που δικαιολογεί το «πραγματικό τεκμήριο» ότι το επιδιδόμενο έγγραφο θα περιέλθει σε γνώση του αποδέκτη του μέσα σε σύντομο χρόνο. Όταν ωστόσο ο προς ον η επίδοση διαμένει στην αλλοδαπή, το τεκμήριο αυτό, το οποίο στηρίζεται στο συνήθως συμβαίνον, αποδυναμώνεται, με συνέπεια η παρέκταση της προθεσμίας της έφεσης να παρίσταται και τελολογικά επιβεβλημένη. Εξάλλου, η όλη διάρθρωση της ρύθμισης του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτή ερμηνεύεται από τη

νομολογία εξαλείφουν τον κίνδυνο υιοθέτησης παρελκυστικών τακτικών εκ μέρους του εκκαλούντος για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, διότι κατά πάγια πλέον ερμηνευτική αντίληψη η αλλοδαπή διαμονή του εκκαλούντος πρέπει να έχει ικανή διάρκεια και όχι ευκαιριακό απλώς χαρακτήρα. Και δεύτερον, διότι ο κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο πρέπει να υφίσταται η αλλοδαπή διαμονή του εκκαλούντος, δεν είναι ο χρόνος άσκησης της έφεσης αλλά ο χρόνος της επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης. Με τούτο λοιπόν το δεδομένο, ότι τόσο το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης όσο και ο ακριβής χρόνος της έκδοσής της δεν είναι εκ των προτέρων γνωστά στους διαδίκους γεγονότα, φαίνεται μάλλον απίθανο ότι κάποιος εντελώς από αυτούς, ευρισκόμενος εν αναμονή της πρωτόδικης απόφασης και πιθανολογώντας την ήττα του, θα σπεύσει να εγκατασταθεί στην αλλοδαπή, απλώς και μόνον για να εξασφαλίσει για τον εαυτό του μακρότερη προθεσμία έφεσης.

4.Σύμφωνα με το ιστορικό που τέθηκε υπόψη μου, κατά τον χρόνο επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης η ενάγουσα διέμενε στο Λονδίνο. Τούτο αποδεικνύεται τόσο από το ότι αυτή διατηρεί στην αγγλική πρωτεύουσα, από κοινού με τον σύζυγό της, ιδιόκτητο διαμέρισμα, όσο ιδίως από το γεγονός, ότι διαρκούσης της πρωτόδικης δίκης -και συγκεκριμένα την 1.8.2019- η ίδια απέκτησε κατόπιν σχετικής αιτήσεως το νομικό „status“ προσώπου μόνιμα εγκατεστημένου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εάν μάλιστα υποτεθεί, όπως φαίνεται πιθανό, ότι για τη χορήγηση του „status“ αυτού οι βρετανικές αρχές στηρίχθηκαν στη διαπίστωση, ότι η ενάγουσα διέμενε ήδη στο Λονδίνο, τότε το σχετικό έγγραφο των βρετανικών αρχών ως αλλοδαπό δημόσιο έγγραφο θα αναπτύσσει υπό τους όρους του άρθρου 439 την αποδεικτική δύναμη του άρθρου 440 ΚΠολΔ και συνεπώς θα παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς την αλλοδαπή διαμονή της ενάγουσας. Υπό τα δεδομένα αυτά μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα, ότι η υπό κρίση έφεση έπρεπε να ασκηθεί εντός της εξηκονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ.

5.Το συμπέρασμα αυτό δεν θα μπορούσε άλλωστε να κλονισθεί με το επιχείρημα, ότι η ενάγουσα παρέλειψε να δηλώσει στους αντιδίκους της τη μεταβολή της διεύθυνσης κατοικίας της, όπως απαιτεί το άρθρο 119 παρ. 3 ΚΠολΔ. Πράγματι, μοναδική συνέπεια της παράλειψης ενός διαδίκου να δηλώσει τη μεταβολή της κατοικίας του είναι αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 120 ΚΠολΔ: «Η επίδοση εγγράφου που αφορά την εκκρεμή δίκη, καθώς και η επίδοση της οριστικής απόφασης, που γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή του γραφείου ή του καταστήματος, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119, είναι 1805 έγκυρη, ακόμη και αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν είχε ή δεν έχει πια εκεί την κατοικία ή

το γραφείο ή το κατάστημά του». Από το μονοσήμαντο γράμμα της εν λόγω διάταξης, η οποία αποβλέπει στο να διευκολύνει την απρόσκοπτη επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, συνάγεται ότι το πλάσμα που καθιερώνει εδώ ο νόμος αφορά αποκλειστικά στην ύπαρξη της δηλωθείσας κατά το άρθρο 119 παρ. 1 ΚΠολΔ κατοικίας και δεν αναφέρεται σε άλλα ζητήματα, όπως ο τόπος διαμονής του προς ον η επίδοση. Όπως όμως μόλις διαπιστώθηκε, η διάρκεια της γνήσιας προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως δεν επηρεάζεται από τον τόπο επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, εν προκειμένω δηλαδή από τον τόπο της δηλωθείσας κατά το άρθρο 119 παρ. 1 ΚΠολΔ κατοικίας της ενάγουσας, αλλά εξαρτάται αποκλειστικά από τον πραγματικό τόπο διαμονής της. Εξάλλου, οποιαδήποτε προσπάθεια συσχέτισης του νομικού πλάσματος, το οποίο εμπεριέχεται στο άρθρο 120 ΚΠολΔ, με τη διάρκεια της προθεσμίας εφέσεως θα ήταν και τελολογικά ανεπέρειστη. Και τούτο, διότι σκοπός του πλάσματος είναι να διευκολύνει την απρόσκοπτη επίδοση διαδικαστικών εγγράφων και όχι να αποστερήσει τους διαδίκους από δικαιώματα και διαδικαστικές δυνατότητες, τις οποίες ούτως ή άλλως θα απολάμβαναν, αν είχαν γνωστοποιήσει στον αντίδικο την ακριβή διεύθυνσή τους. Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα έφερε άλλωστε το άρθρο 120 ΚΠολΔ σε προφανή αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ., ενώ θα αντέφασκε και προς το πνεύμα της νεότερης νομολογίας του Αρείου Πάγου, η οποία,, δείχνοντας επαινετέα δικαιοκρατική ευαισθησία, δέχεται ότι η επίδοση που συντελείται στην πλασματική κατοικία του άρθρου 120 ΚΠολΔ είναι άκυρη, όταν ο επισπεύδων την επίδοση γνωρίζει την πραγματική κατοικία του αντιδίκου του.

6.Κατόπιν τούτων δεν απομένει παρά να εξετασθεί αν η ενάγουσα άσκησε την έφεσή της πριν από την εκπνοή της εξηκονθήμερης προθεσμίας εφέσεως του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. β’, η οποία, αφού άρχισε να τρέχει την επομένη της από 9.9.2020 επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή στις 10.9.2021, θα έληγε κανονικά στις 9.11.2021 (ΚΠολΔ 144 παρ. 1). Δύο ωστόσο ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής εκδόθηκε η Κ.Υ.Α. 71342/6.11.2020 (ΦΕΚ 4899/6.11.2020), με την οποία ανεστάλησαν για το χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 30.11.2020 όλες καταρχήν οι δικαστικές και νόμιμες προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτη δε η αναστολή, η οποία χωρίς αμφιβολία καταλάμβανε τις γνήσιες προθεσμίες ασκήσεων ενδίκων μέσων44, παρατάθηκε με διαδοχικές Κ.Υ.Α. για τα χρονικά διαστήματα από 30.11.2020 έως 7.12.2020 (ΦΕΚ Β 5255/28.11.2020), από 7.12.2020 έως 14.12.2020 (ΦΕΚ Β 5350/ 5.12.2020) και από 13.12.2020 έως 7.1.2021 (ΦΕΚ Β 5486/12.12.2020). Κατά συνέπεια, η έφεση της ενάγουσας που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 15.12.2020 ασκήθηκε πριν από την εκπνοή της εξηκονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει ως προς το τέταρτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο να εξετασθεί κατ’ ουσίαν. Η ίδια ακριβώς λύση θα πρέπει τέλος να γίνει δεκτή και ως προς το πέμπτο και έκτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, τα οποία επέδωσαν την πρωτόδικη απόφαση στην ενάγουσα σε μεταγενέστερο χρόνο.

Γ. πορίσματα

1.Οι από 9.9.2020 και 15.9.2020 έμμεσες επιδόσεις της υπ’ αριθμ. …/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πάσχουν ακυρότητα, δοθέντος ότι η Η. Μ., η οποία και παρέλαβε την επιδοθείσα απόφαση, δεν είχε την ιδιότητα της «συνοίκου» και δεν γνώριζε επαρκώς την ελληνική γλώσσα, ώστε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο των επιδοτήριων εκθέσεων, επί των οποίων έθεσε την υπογραφή της.

2.Τυχόν θεώρηση των εν λόγω επιδόσεων ως έγκυρων δεν θα καθιστούσε πάντως απαράδεκτη την από …/2020 έφεση της ενάγουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 15.12.2020, καθώς εφαρμοστέα θα τύγχανε τότε η εξηκονθήμερη προθεσμία της έφεσης του άρθρου 518 παρ. 1 ημιεδ. β’ ΚΠολΔ.

Αθήνα, 27.7.2021

Ο γνωμοδοτών