ΜΠρΘεσ 6380/2021
Κατάσχεση (με την ίδια έκθεση) των ποσοστών ιδιοκτησίας που έχουν περισσότεροι οφειλέτες σε ένα ακίνητο· ενιαία τιμή εκτίμησης και ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, βάσει της οποίας θα γίνει και η πλειοδοσία ως προς το κατασχεμένο ακίνητο· εφόσον εξελίσσεται παράλληλα και καταλήξει πρώτη στο τέρμα του πλειστηριασμού έτερη εκτελεστική διαδικασία που διενεργείται μόνο στα ποσοστά ιδιοκτησίας που ανήκουν στον ένα εκ των οφειλετών, η αντίστοιχη κατακύρωση επάγεται ακύρωση της πρώτης εκτέλεσης, η οποία ατονεί στο σύνολό της. Η εκτελεστική διαδικασία ως προς την πλήρη κυριότητα του κατασχεθέντος ακινήτου μπορεί να συνεχισθεί μόνο σε περίπτωση ακυρώσεως ή ανατροπής του διενεργηθέντος πλειστηριασμού.
Διατάξεις: άρθρα 954 § 4, 958 § 2, 966 § 2, 997 § 5 ΚΠολΔ, 58 § 3 ν.δ. 17.7/13.8.1923
Από τη με αριθμό …/15.6.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Αθ. Στ., που προσκομίζει η αιτούσα, προκύπτει ότι η καθ’ ης η αίτηση, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του εκθέματος, πλην όμως η υπόθεση θα ερευνηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Με την υπό κρίση αίτησή της, η αιτούσα εκθέτει ότι έχει προβεί στην κατάσχεση της πλήρους κυριότητας του λεπτομερώς περιγραφόμενου σε αυτήν ακινήτου, πλην όμως το ποσοστό 75% της εξ αδιαιρέτου κυριότητάς του, που ανήκει στον έτερο καθ’ ου η εκτέλεση, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε, κατόπιν εκτελεστικής διαδικασίας που επέσπευσε άλλος δανειστής του, εναπομείναντος προς εκπλειστηρίαση μόνον του ποσοστού 25% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας που ανήκει στην καθ’ ης η αίτηση. Ζητεί, δε, με βάση τα παραπάνω: α) να ορισθεί νέα ημερομηνία διενέργειας πλειστηριασμού του ποσοστού 25% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας του κατασχεθέντος, με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, ποσού 260.000,00 ευρώ, καθώς έχει ήδη ματαιωθεί δύο (2) φορές λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών η διενέργειά του (πλειστηριασμού), και β) να διορθωθεί η κατασχετήρια έκθεση και το απόσπασμα αυτής ως προς το εξ αδιαιρέτου ποσοστό που κατασχέθηκε, δηλ. να περιοριστεί αυτό στο ποσοστό 25% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας που ανήκει στην καθ’ ης η αίτηση. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686επ ΚΠολΔ), πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη για τους κάτωθι λόγους: α) το αίτημα να διορθωθεί η κατασχετήρια έκθεση και το απόσπασμα αυτής στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό 25% της συγκυριότητας του κατασχεθέντος ακινήτου, που ανήκει στην καθ’ ης η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, δεδομένου ότι τυχόν παραδοχή του θα ισοδυναμούσε με μερική παραίτηση της αιτούσας από την επιβληθείσα κατάσχεση, που εκτεινόταν, κατά τα αναφερόμενα στην κατασχετήρια έκθεση, επί της πλήρους κυριότητας (100/100) του κατασχεθέντος, χωρίς όμως να έχουν τηρηθεί οι απαιτούμενες διατυπώσεις για την παραίτηση αυτή, η οποία πρέπει να διενεργηθεί κατά τις οικείες διατάξεις που ισχύουν για την παραίτηση από τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις (βλ. σχετ. ΜΠρΒολ 48/2018, ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, η επικαλούμενη εκπλειστηρίαση του λοιπού ποσοστού 75% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας, που ανήκει σε τρίτο μη διάδικο πρόσωπο, επηρεάζει την οικονομική ταυτότητα του κατασχεθέντος ακινήτου, κατά τρόπον ώστε η γενόμενη αμφιβολία δεν δύναται να διορθωθεί με την ένδικη ανακοπή (βλ. σχετ. ΕφΔωδ 93/2020, ΝΟΜΟΣ), β) το αίτημα να διαταχθεί η διενέργεια τρίτου πλειστηριασμού μόνον ως προς το ποσοστό 25% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας του κατασχεθέντος ακινήτου, που ανήκει στην καθ’ ης η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως μη νόμιμο, καθόσον, αληθούς υποτιθέμενης της κατόπιν επίσπευσης άλλου δανειστή εκπλειστηρίασης του ποσοστού 75% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας και δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο ένδικο δικόγραφο, αυτό δεν είχε κατασχεθεί αυτοτελώς, αλλά αντικείμενο της κατάσχεσης ήταν η πλήρης κυριότητα του επίμαχου ακινήτου, η επισπευδόμενη από την αιτούσα εκτελεστική διαδικασία με αντικείμενο την πλήρη κυριότητα του κατασχεθέντος αυτοδικαίως αδρανοποιείται και δύναται να συνεχισθεί μόνον εφ’ όσον τυχόν ακυρωθεί ή ανατραπεί ο γενόμενος πλειστηριασμός. Η λύση αυτή στηρίζεται στην ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 § 3 ν.δ. 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», προς κάλυψη του κενού που παρατηρείται στις διατάξεις των άρθρων 958 § 2, 997 § 5 ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τον θεσμό της πολλαπλής κατάσχεσης, όπως αυτός εισήχθη στον ΚΠολΔ μετά τον ν. 4335/2015 [βλ. σχετ. Μάζη, Π., Σχετικά με την εισαγωγή στον ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015 του συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων, ΕλλΔνη 2016. 144 (150)· πρβλ. Γέσιου-Φαλτσή, Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τόμ. ΙΙα, 2018, σ. 328, πλαγιαρ. 79, σ. 271, 272, πλαγιαρ. 129, υποσημ. 390. Βλ. ακόμα σχετ. Μπρίνια, I., Διοικητική Εκτέλεση, τόμ. Α΄, 1987, σ. 311, 312].
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της, χωρίς να επιδικάζονται δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσας ελλείψει αιτήματος της ερημοδικαζόμενης καθ’ ης, ενώ δεν ορίζεται ούτε παράβολο ερημοδικίας, αφού κατά της απόφασης αυτής δεν επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 699 ΚΠολΔ).
Σημείωμα:
Οι διατάξεις του άρθρου 1001 ΚΠολΔ, περί της σειράς κατακυρώσεως περισσοτέρων αυτοτελών ακινήτων που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια και κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση [βλ. σχετικά αντί πολλών Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (-Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη), ΚΠολΔ2, άρθρο 1001], δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση κατασχέσεως (με την ίδια έκθεση) των ποσοστών ιδιοκτησίας που έχουν περισσότεροι οφειλέτες σε ένα ακίνητο. Εν προκειμένω, τίθεται ζήτημα ενιαίας τιμής εκτιμήσεως και ενιαίας τιμής πρώτης προσφοράς, βάσει της οποίας θα γίνει και η πλειοδοσία ως προς το κατασχεμένο ακίνητο. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τις ορθές σκέψεις της δημοσιευόμενης αποφάσεως, εφόσον εξελίσσεται παράλληλα και καταλήξει πρώτη στο τέρμα του πλειστηριασμού έτερη εκτελεστική διαδικασία που διενεργείται μόνο στα ποσοστά ιδιοκτησίας που ανήκουν στον ένα εκ των οφειλετών, η αντίστοιχη κατακύρωση επάγεται ακύρωση της πρώτης εκτελέσεως, η οποία ατονεί στο σύνολό της [Ν. Νίκας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ, Ειδικό Μέρος2, 2018, § 43 ΙΙΙ 4, αρ. 55, σ. 272· βλ. και Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙα/Ειδικό Μέρος2, 2017, § 54 V 3, αρ. 129, σ. 270-271], κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 58 § 3 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 [Π. Μάζης, Σχετικά με την εισαγωγή στον ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015 του συστήματος πολλαπλών κατασχέσεων, ΕλλΔνη 2016. 144επ (150-151)]. Δεν είναι, δηλαδή, δυνατή, ούτε η διόρθωση της κατασχετήριας εκθέσεως, με την ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, ούτε η διενέργεια νέου πλειστηριασμού, κατ’ άρθρο 966 § 2 ΚΠολΔ, ως προς το μη πλειστηριασθέν ποσοστό της εξ αδιαιρέτου κυριότητας του κατασχεθέντος ακινήτου. Η εκτελεστική διαδικασία ως προς την πλήρη κυριότητα του κατασχεθέντος ακινήτου μπορεί να συνεχισθεί μόνο σε περίπτωση ακυρώσεως ή ανατροπής του διενεργηθέντος πλειστηριασμού.
Νικόλαος Μ. Κατηφόρης
