ΑΠ 13/2011 (Α1΄ Πολιτικού Τμήματος)
Θέματα Ανώνυμη εταιρεία: Επίδοση κλήσης στους εκκαθαριστές.
Κανόνες δικαίου
Η ανώνυμη εταιρεία κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, κατά το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται, διοικείται από τους εκκαθαριστές.
Οι εκκαθαριστές διορίζονται από τη γενική συνέλευση της εταιρείας (άρθρο 47α παρ. 3 κ.ν. 2190/1920) ή εξαιρετικά από τον Υπουργό Εμπορίου (άρθρο 48α παρ. 2 κ.ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 57 ν. 3604/2007).
Ο διορισμός των εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας (άρθρο 49 παρ. 7 εδ. α κ.ν. 2190/1920).
Η δημοσιότητα της πράξης διορισμού των εκκαθαριστών δεν έχει συστατικό αλλά βεβαιωτικό (δηλωτικό) χαρακτήρα[1].
Αν η απόφαση διορισμού των εκκαθαριστών δεν υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα, η εταιρεία δεν μπορεί να την επικαλεσθεί, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι την γνώριζαν[2], αλλά μπορούν να την επικαλεσθούν οι τρίτοι κατά της εταιρείας.
Στους εκκαθαριστές εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο άρθρο 49 παρ. 7 εδ. β κ.ν. 2190/1920).
Ειδικότερα, οι εκκαθαριστές διαχειρίζονται τις υποθέσεις της εταιρείας και την εκπροσωπούν προς τα έξω και ενώπιον των δικαστηρίων.
Οι συζητήσεις και αποφάσεις των εκκαθαριστών καταχωρούνται περιληπτικά στο βιβλίο πρακτικών (άρθρο 49 παρ. 7 εδ. γ κ.ν. 2190/1920).
Για να είναι έγκυρη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει να γίνει στον κατά τον νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα του νομικού προσώπου.
Αν ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται: στην πρώτη περίπτωση σε έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή συνοίκους του παραλήπτη, στη δεύτερη περίπτωση στον διευθυντή του καταστήματος ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες.
Αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία ή το κατάστημα, γίνεται θυροκόλληση του προς επίδοση εγγράφου και τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, το έγγραφο επιδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη.
Αυτό ισχύει και επί νομικών προσώπων, όταν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής του κατά τον νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπου τους, καθώς και ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση του καταστήματος του νομικού προσώπου.
Για το κύρος μίας τέτοιας επίδοσης πρέπει τα στοιχεία αυτά να μνημονεύονται ειδικά στην έκθεση επίδοσης.
Η απόφαση
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 εδ. δ΄, 128, 129 και 139 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι η ανώνυμη εταιρεία, πρέπει τούτο να παραδοθεί στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Αν ο άνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται, στην πρώτη περίπτωση σε έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση στον διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες. Αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία ή το κατάστημα κ.λπ., γίνεται θυροκόλληση του προς επίδοση εγγράφου και τηρούνται περαιτέρω οι διατυπώσεις της παρ. 4 του άρθρου 128 ΚΠολΔ. Η διάταξη του άρθρου 135 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στις επιδόσεις σε διάδικο άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με την οποία, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, το έγγραφο επιδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη (άρθρο 134 παρ. 1), έχει εφαρμογή και στα νομικά πρόσωπα, όταν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής του κατά τον νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπου τους, καθώς και ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση του καταστήματος, γραφείου ή εργαστηρίου του νομικού προσώπου. Για το κύρος όμως μιας τέτοιας επίδοσης, που αρμοδίως ενεργεί ο δικαστικός επιμελητής του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, πρέπει τα στοιχεία αυτά να μνημονεύονται ειδικά στη σχετική έκθεση επιδόσεως.
Περαιτέρω, η ανώνυμη εταιρεία κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως, κατά το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται, διοικείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι διορίζονται από τη γενική συνέλευση ή εξαιρετικά από τον Υπουργό Εμπορίου (άρθρα 47α παρ. 3, 48 παρ. 2 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 7 του άρθρου 49 του ν. 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995, ο διορισμός των εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου και «όσον αφορά τους εκκαθαριστές, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο» και οι συζητήσεις και οι αποφάσεις των εκκαθαριστών καταχωρούνται περιληπτικά στο βιβλίο πρακτικών. Συνεπώς, οι εκκαθαριστές διαχειρίζονται τις υποθέσεις της ανώνυμης εταιρίας και την εκπροσωπούν προς τα έξω και ενώπιον των δικαστηρίων, η εξουσία τους δε διαγράφεται από τις διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2190/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 64 του ΚΠολΔ και 74 του ΑΚ. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 7α εδ. 1 ια, 7β παρ. 15 και 7ε του ν. 2190/1920 προκύπτει, ότι η δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού των εκκαθαριστών ανώνυμης εταιρείας δεν έχει συστατικό, αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα. Επομένως, αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα, δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι την εγνώριζαν, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ’ αυτής οι τρίτοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και όχι η αναιρεσίβλητη. Η αναιρεσείουσα, που επίσπευσε τη συζήτηση της ενδίκου αναιρέσεως κατά της 2784/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κλήτευσε την απολειπόμενη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ως αγνώστου διαμονής και κοινοποίησε γι’ αυτήν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μετά κλήσεως προς συζήτηση για τη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την, με τις από 7.10.2010 προτάσεις της, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 7064β/28.6.2010 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών…. Η δε αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ως αγνώστου διαμονής, καθ’ όσον, και όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζομένη και επικαλουμένη απ’ αυτήν 6612/16.3.2010 έκθεση επιδόσεως–βεβαιώσεως της ιδίας ως άνω επιμελητρίας, επί της οδού … της … έχει την έδρα της η εταιρεία … και όχι, όπως είχε δηλωθεί κατά το παρελθόν, η αναιρεσίβλητη και υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Δ. ΑΒΕΕ». Η επίδοση όμως αυτή προς την αναιρεσίβλητη δεν είναι νόμιμη, αφού στις συνταχθείσες πιο πάνω εκθέσεις επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας … δεν αναφέρεται, όπως τούτο επιβάλλεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ότι είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής του εκκαθαριστού αυτής, όπου έπρεπε να αναζητηθεί αυτός, και, σε περίπτωση μη ανευρέσεώς του, να θυροκολλήσει το επιδοτέο έγγραφο. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι πρέβη στην κλήτευση της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως αγνώστου διαμονής, για τον λόγο ότι μετά τη λύση αυτής δεν διορίσθηκαν νομίμως εκκαθαριστές, λόγω μη τηρήσεως της δημοσιότητας που επιβάλλουν οι ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1920. Όμως, και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσίβλητη φέρεται να εκπροσωπείται νομίμως από τον εκκαθαριστή αυτής Κ.Λ., προς τον οποίο και έπρεπε να γίνει η επίδοση της κλήσεως για τη συζήτηση της αναιρέσεως, ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις της αναιρεσείουσας ως προς τη νομιμότητα του διορισμού του τελευταίου ως εκκαθαριστού, για τους επικαλουμένους απ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται στη μη δημοσίευση της πράξεως διορισμού του, και τούτο διότι η δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού των εκκαθαριστών ανώνυμης εταιρείας δεν έχει, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, συστατικό, αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα, δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι την εγνώριζαν, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ’ αυτής οι τρίτοι. Επομένως, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος.
