ΟΛΟΜ ΑΠ 3/2007 ΕΠΙΔΟΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΣΕ ΑΛΛΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ (ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΑΝ ΕΠΙΔΟΘΕΙ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ). ΑΝΑΛΟΓΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 120 ΚΠΟΛΔ.

Ολομ ΑΠ 3/2007

Νομικές Διατάξεις: Άρθρα 119, 120, 159 § 3, 934 § ιβ΄, 999 § 4 ΚΠολΔ

Μόνο η καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων που απαιτούνται για τη διενέργεια του πλειστηριασμού ακινήτου επιφέρουν την ακυρότητα του τελευταίου, αλλά όχι και όταν έχουν διενεργηθεί αυτές και παρουσιάζουν κάποια παθολογία. Η ακυρότητα διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης για τον λόγο ότι η κρίσιμη επίδοση έγινε σε άλλη κατοικία του οφειλέτη (αρχική, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προγενέστερων διαδικαστικών πράξεων της εκτέλεσης, στην προκειμένη περίπτωση η  επίδοση της επιταγής) από αυτήν που πράγματι έχει αποκτήσει μεταγενέστερα, επέρχεται μόνο αν αυτός επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο επισπεύδων γνώριζε ή ότι είχε γνωστοποιήσει σ’ αυτόν ο οφειλέτης πριν την κρίσιμη επίδοση τη μεταβολή της κατοικίας του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 § 4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθ. 934 § ιβ΄ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 § 3 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 120 ΚΠολΔ, η επίδοση εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι έγκυρη ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια εκεί την κατοικία του. Η διάταξη αυτή έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αναγκαστική εκτέλεση και, συνεπώς, η κατά τη διαδικασία αυτή επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι και η κατασχετήρια έκθεση, σε γνωστή κατοικία του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγουμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας είναι έγκυρη, εκτός αν ο τελευταίος (καθ’ ου) είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του (άρθ. 119 § 3 ΚΠολΔ) και παρά ταύτα εκείνος επέδωσε την κατασχετήρια έκθεση στην προηγούμενη κατοικία του. Εκ τούτου έπεται, ότι ο καθ’ ου η εκτέλεση, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ΄ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της.

Παρατηρήσεις

Στέλιου Γ. Σταματόπουλου, Καθηγητή Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Δύο είναι τα ζητήματα που απασχόλησαν την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου: πρώτον, ποιες είναι οι έννομες συνέπειες της μη τήρησης της εικοσαήμερης, από την ημέρα της κατάσχεσης, προθεσμίας που προβλέπει η ΚΠολΔ 999 § 3 εδάφ. α΄ για την επίδοση περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, εκτός των άλλων προσώπων και, στον οφειλέτη και, δεύτερον, αν είναι έγκυρη η επίδοση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης σε γνωστή διεύθυνση του οφειλέτη, στην οποία έγιναν επιδόσεις προηγούμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, ενώ αυτός ισχυρίζεται ότι, μεταγενεστέρως των πράξεων αυτών, άλλαξε κατοικία.

  1. Για το πρώτο ζήτημα η ρύθμιση του άρθρου 999 § 4 ΚΠολΔ, τόσο κατά το γράμμα της όσο όμως και από την τελολογία της, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για διαφορετική, από εκείνη που έδωσε η πιο πάνω δημοσιευόμενη απόφαση, ερμηνευτική λύση. Ορίζει συγκεκριμένα τούτη η διάταξη, ότι «ο πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται … στην παρ. 3 εδάφιο πρώτο …»· έτσι, που να λειτουργεί εδώ η ρύθμιση του άρθρου 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ και να επέρχεται ως έννομη συνέπεια της παράλειψης επίδοσης περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη η ακυρότητα της κρίσιμης διαδικαστικής πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ανακόπτων οφειλέτης βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Αντίθετα, αν η επίδοση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης γίνει μέσα στην προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία, αλλά παρουσιάζει κάποιο ελάττωμα, τότε, κατ’ εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, η ακυρότητα της κρίσιμης διαδικαστικής πράξης θα επέλθει, μόνο αν το δικαστήριο κρίνει ότι η συγκεκριμένη παράβαση προκάλεσε στον διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
  2. Στην περίπτωση που έκρινε η δημοσιευόμενη απόφαση, και έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα που την απασχόλησε, ο ανακόπτων οφειλέτης ισχυρίστηκε, ότι δεν γνώριζε τον πλειστηριασμό που έγινε, επειδή άλλαξε κατοικία και η επίδοση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και έτσι δεν μπόρεσε να προσβάλει τον, γι’ αυτόν τον λόγο, άκυρο πλειστηριασμό μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 στοιχ. β΄ ΚΠολΔ. Έκρινε λοιπόν η σχολιαζόμενη απόφαση απολύτως πειστικά, ότι εν προκειμένω εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 119 § 3 και 120 ΚΠολΔ, έτσι ώστε, για το παραδεκτό της ανακοπής του, να πρέπει να επικαλείται ο ανακόπτων ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία του (οφειλέτη) ή ότι ο τελευταίος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα δανειστή τη μεταβολή της.

(α) Είναι γνωστό, ότι στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης ο δικονομικός νομοθέτης δεν πρόβλεψε γενικές διατάξεις που να ρυθμίζουν τα ζητήματα του τύπου και της διαδικασίας των επιδόσεων των διαφόρων εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας. Είναι λοιπόν εύλογο, στο μέτρο που δεν υπάρχουν τέτοιες ειδικές για την αναγκαστική εκτέλεση ρυθμίσεις, να εφαρμόζονται οι γενικές προβλέψεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στον βαθμό βέβαια που αυτές δεν προσκρούουν στον χαρακτήρα και τη φύση της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Οι κρίσιμες λοιπόν εδώ γενικές διατάξεις του πρώτου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι εκείνες των άρθρων 119 και 120. Η πρώτη από αυτές, στις δύο πρώτες παραγράφους της, στο πλαίσιο της διαγνωστικής δίκης, επιθυμώντας, αφενός, να έχει σταθερή αναφορά ο αντίδικος εκείνου που ασκεί κάποιο ένδικο βοήθημα ή επιχειρεί κάποια άλλη διαδικαστική πράξη (αγωγή, ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, αναίρεση, αναψηλάφηση, τριτανακοπή, ανακοπή εναντίον εξώδικων και δικαστικών πρά-ξεων, κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, ανακοίνωση, προσεπίκληση, δήλωση για την εκούσια επανάληψη της δίκης, καθώς και κατάθεση προτάσεων που υποβάλλονται για πρώτη φορά σε κάθε δικαστήριο) και, αφετέρου, το ίδιο πρόσωπο να μην αιφνιδιάζεται την τελευταία στιγμή, αξιώνει στο σχετικό δικόγραφο, εκτός των άλλων στοιχείων, να καθορίζεται ακριβώς η διεύθυνση και ιδίως η οδός και ο αριθμός της κατοικίας ή του γραφείου ή του καταστήματος του διαδίκου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη.

Κινούμενη στην ίδια νομοθετική γραμμή, η τρίτη παράγραφος του ίδιου άρθρου (119) ορίζει με τη σειρά της, ότι κάθε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει, με τους τρόπους που ορίζονται εκεί (δηλαδή, με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση), να γνωστοποιείται στον αντίδικο. Ο νομοθετικός στόχος εδώ είναι προφανής: αν κάποιος διάδικος αλλάζει διεύθυνση, πρέπει να το γνωρίζει αμέσως στον αντίδικό του, ώστε ο τελευταίος σε μεταγενέστερη φάση της διαδικασίας, αν θέλει να απευθύνει κάποια διαδικαστική πράξη εναντίον του, να κοινοποιεί τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα στην πραγματική του διεύθυνση, για να μην αιφνιδιάζεται, αλλά και για να προωθείται η διαδικασία στο πλαίσιο της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, όπως την α-ξιώνει η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ.

(β) Αν οι σκέψεις που προηγήθηκαν δεν μπορούν εύκολα να αμφισβητηθούν, τότε για τον ίδιο ακριβώς νομοθετικό λόγο πρέπει οι ως άνω διατάξεις να εφαρμοσθούν αναλόγως και στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Είναι και εκεί ανάγκη να μην υπάρχει αιφνιδιασμός των διαδίκων εκατέρωθεν, ενώ η ασφάλεια και η ταχύτητα που (πρέπει να) χαρακτηρίζουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επιβάλλουν τη γνωστοποίηση κάθε μεταβολής της διεύθυνσης του ενός μέρους στο άλλο. Διαφορετικά, αν δεχόταν δηλαδή κάποιος ότι δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 119 και 120 ΚΠολΔ στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε θα αποδεχόταν τον συνακόλουθο, διόλου θεωρητικό, κίνδυνο, κάθε χρονική στιγμή κάθε μέρος της εκτελεστικής διαδικασίας να αλλάζει διεύθυνση, χωρίς να γνωστοποιεί τούτη τη μεταβολή στο άλλο μέρος, και να ζητά από το τελευταίο να κοινοποιεί τα κρίσιμα διαδικαστικά έγγραφα στη νέα διεύθυνσή του. Μια τέτοια εκτελεστική διαδικασία δεν θα τελείωνε ποτέ, αφού οι σχετικές ανακοπές προς ακύρωση των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων θα οδηγούσαν στην ακύρωση αυτών και αμέσως στην επανάληψή τους, οπότε σε περίπτωση νέας μεταβολής της διεύθυνσης κάποιου μέρους και μη -και πάλι- γνωστοποίησής της, θα οδηγούσε εκ νέου σε νέες ακυρότητες κ.ο.κ..

(γ) Φυσικά, μια τέτοια δικονομική συμπεριφορά θα προσέκρουε στη ρύθμιση του άρθρου 116 ΚΠολΔ που αξιώνει από όλα τα μέρη καλόπιστη διεξαγωγή εν γένει της δίκης, ιδίως μάλιστα σε περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης δέχθηκε ήδη επιδόσεις σε συγκεκριμένη διεύθυνση διαφόρων εγγράφων της διαδικασίας, ξαφνικά αλλάζει διεύθυνση χωρίς να γνωστοποιήσει τη μεταβολή αυτή στον αντίδικό του και στη συνέχεια αξιώνει να γίνονται οι επιδόσεις των διαδικαστικών εγγράφων μεταγενέστερων φάσεων της διαδικασίας στη νέα του διεύθυνση. Και βέβαια δεν θα μπορούσε εύκολα να αντιλέξει κάποιος εδώ, ότι δήθεν η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ, ως βρισκόμενη συστηματικά στο πρώτο βιβλίο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται μόνο στη διαγνωστική δίκη και όχι και στην αναγκαστική εκτέλεση και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Η διάταξη αυτή αποτυπώνει γενικότερη δικαιική επιταγή, εκείνη της μη καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων, ώστε θα αποτελούσε εντελώς φορμαλιστική λύση η εκδοχή ότι αφορά τη διαγνωστική μόνο δίκη. Κάτι που ισχύει και για τις ρυθμίσεις των άρθρων 119 και 120 ΚΠολΔ.

(δ) Πριν πάντως τη λύση που προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ, η ερμηνευτική προσέγγιση από τις ρυθμίσεις των άρθρων 119 και 120 ΚΠολΔ, την οποία ακολούθησε η δημοσιευόμενη απόφαση, είναι απολύτως πειστική και εναρμονισμένη με τη γενικότερη κατεύθυνση που έχει υποδείξει ο δικονομικός νομοθέτης μέσα από αυτές τις διατάξεις. Δεν θα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος να υποστηρίξει κανείς, ότι κατ’ αρχάς δεν εμποδίζεται μια τέτοια δικονομική συμπεριφορά από τις προβλέψεις των ΚΠολΔ 119 και 120, όμως προσκρούει στη συνέχεια στην επιταγή της ΚΠολΔ 116, μόνο και μόνο γιατί δήθεν οι ρυθμίσεις των άρθρων 119 και 120 ΚΠολΔ αφορούν αποκλειστικά τη διαγνωστική δίκη. Όσο για λόγους συστηματικούς οι ΚΠολΔ 119 και 120 αφορούν τη διαγνωστική μόνο δίκη, άλλο τόσο, για τους ίδιους ακριβώς λόγους και η ΚΠολΔ 116 αφορά μόνο τη διαγνωστική δίκη.

(ε) Ούτε, εξάλλου, θα μπορούσε εδώ κάποιος να υποστηρίξει βάσιμα, ότι επειδή το πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ένα αυτοτελές σε σχέση με τη διαγνωστική δίκη μέρος του δικαιώματος για παροχή δικαστικής προστασίας, δεν μπορεί να νοηθεί εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων (119 και 120) στην αναγκαστική εκτέλεση, αφού δήθεν ο νομοθέτης τις πρόβλεψε μόνο για τη διαγνωστική δίκη. Η προφανής ομοιότητα του νομοθετικού στόχου στη μία και την άλλη περίπτωση επιβάλλει με αυτονόητο τρόπο την ανάλογη εδώ εφαρμογή. Πέρα βέβαια από το γεγονός, ότι ποτέ στην ιστορία της πολιτικής δικονομίας δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν πως το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν ανήκει συστηματικά στο αστικό δικονομικό δίκαιο. ‘Ο,τι λοιπόν δεν ρυθμίζεται στον έναν χώρο, λ.χ. της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι αυτονόητο πως καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του άλλου χώρου, λ.χ. της διαγνωστικής δίκης, εφόσον βέβαια αυτές προσαρμόζονται στη φύση και τη λειτουργία του συγκεκριμένου χώρου. Και τέτοια έλλειψη προσαρμογής δεν φαίνεται να υφίσταται στην υπόθεση που μας απασχολεί.

Επομένως, είναι απολύτως ορθή και η περαιτέρω σκέψη της δημοσιευόμενης απόφασης, ότι σε μια τέτοια περίπτωση για το παραδεκτό, αλλά και για τη βασιμότητα της ανακοπής θα πρέπει ο ανακόπτων οφειλέτης να επικαλεσθεί και στη συνέχεια να αποδείξει, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία του ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει σ’ αυτόν τη μεταβολή της.

Παρατηρήσεις

Nίκου Κατηφόρη, Δ.Ν., Δικηγόρου, Ερευνητή στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών

Η προτεινόμενη από τη σχολιαζόμενη απόφαση αναλογική εφαρμογή στην αναγκαστική εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 119 § 3 και 120 ΚΠολΔ, φαίνεται να υπερακοντίζει τον σκοπό αυτών, καθώς η αντίστοιχη υποχρέωση γνωστοποίησης της μεταβολής της κατοικίας, αφενός μεν ισχύει μέχρι την εκφορά της οριστικής δικαιοδοτικής κρίσης στο συγκεκριμένο δικαιοδοτικό βαθμό και αφετέρου δεν επεκτείνεται και στα δικόγραφα άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, είτε προέρχεται από την ίδια ή από άλλη έννομη σχέση[1].

Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η αναγκαστική εκτέλεση, όχι μόνο συνιστά λειτουργικά αυτοτελή έννομη σχέση έναντι αυτής της διαγνωστικής δίκης[2], αλλά και χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη σχέση έντασης στο επίπεδο του δικαίου των επιδόσεων, μεταξύ του δικαιώματος δικαστικής προστασίας εκείνου, που επιχειρεί την επίδοση και του δικαιώματος ακροάσεως, του παραλήπτη τού προς επίδοση εγγράφου[3], με περαιτέρω συνέπεια να πρέπει να κριθεί ως αυτοδίκαια άκυρη η επίδοση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, που διενεργήθηκε με θυροκόλληση σε χώρο, στον οποίο δεν βρίσκεται ούτε η κατοικία, ούτε η επαγγελματική εγκατάσταση του καθ’ ου η εκτέλεση, οπότε και είναι δυνατή η επίκληση της σχετικής ακυρότητας χωρίς κάποιον χρονικό περιορισμό προς υποστήριξη της ανακοπής, που επιδιώκει την ακύρωση του αναγκαστικού πλειστηριασμού[4].

Τέλος, είναι αυτονόητο ότι η θέση της σχολιαζόμενης απόφασης, υπέρ του κύρους της επίδοσης που έλαβε χώρα σε διεύθυνση, όπου ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια την κατοικία του, θα μπορούσε ενδεχομένως να θεμελιωθεί in concreto στην αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης (ΚΠολΔ 116), αν λ.χ. ο τελευταίος δολίως απέκρυψε από τον αντίδικό του τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του.

[1] Bλ. α.π. Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία ΙΙ, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2005, σ. 33 και υποσημ. 32 και 34, όπου περαιτέρω παραπομπές.

[2] Bλ. α.π. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 100.

[3] Δ. Τσικρικάς, Ζητήματα από την επίδοση πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, Αθήνα – Κομοτηνή 2002, σ. 22.

[4] Δ. Τσικρικάς, ό.π., σ. 254επ, ιδίως 257· πρβλ. από τη νομολογία ΑΠ 396/1988, ΕΕΝ 1989. 214, που έκρινε τη σχετική επίδοση ως ανυπόστατη και ΑΠ 54/1995, ΕλλΔνη 37/1996. 11, κατά την οποία η εν λόγω επίδοση πάσχει μόνο ακυρότητα, που είναι προβλητέα με την άσκηση ανακοπής μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 § 1β ΚΠολΔ.